Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018


1


Βαρομετρικό

.

Ήταν το βαρομετρικό που θόλωσε την σκέψη,
με το μπουρίνι σθεναρό, μαντάτο να μου πέμψει,
ήταν τ’ ανεμολόγιο που δίχως πια τον δείκτη,
ταξίδεψε στην κουπαστή μπλεγμένο μες στο δίχτυ.

.

Δίχως εξάντα κι όνειρα και δίχως τον βερνιέρο,
Θωρούσα τον ορίζοντα γιορντάνια να σου φέρω,
να τα φορέσεις στα μαλλιά να λάμψεις με τον ήλιο,
να σε ζηλέψουν ουρανοί σαν θα περάσεις σπήλιο.

.

Με το σκαντάγιο μέτρησα τις ράδες και τα βάθη,
για να φιλήσεις τ’ όνειρο και δίχως πια τ’ αγκάθι,
να ταξιδέψεις θάλασσες και να σμιλέψεις πέτρα,
μ’ ανατολή στο στήθος σου και την δική φαρέτρα.

©Kalliopi Tsouchlis












1

Δίνη
.
Την μπάλα σκίζει ο βοριάς κι η πλώρη του σφαδάζει,
η δίνη χόρεψε δειλά κι η πρύμνη αναστενάζει.
Μήτε που χάραξε ουρανός, μήτε που γλάρο είδα,
μήτε που φάρος έφεξε στου νόστου την σανίδα.
.
Τ' άστρα που σε συγχώρησαν και σου 'πεμψαν μαντάτο,
να το φυλάς στα σπλάχνα σου με φυλαχτά γεμάτο.
Με τ' αγιοκέρι του καιρού και το χρυσό γιορντάνι,
οι άνεμοι να σε κρατούν στης μοίρας το δρεπάνι.
.
Το μύρο που σε βάπτισε της γαλανής θαλάσσης,
με την φουρτούνα φόρα το, τον χάρο να δαμάσεις.
Κι αν τύχει να γυρέψεις μουράγιο ν' απαγκιάσεις,
στα μάτια μου να κρεμαστείς τ' αστέρια ν' αγκαλιάσεις.
.

©Kalliopi Tsouchlis





Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018


1

Αγκοίνη
.

Μες στο θαλάμι ρίζωσα τις δυο μικρές ευχές,
να τις φοράς στα στήθια σου ωσάν το λυκαυγές.
Πρυμάτσα φέρνει θύμηση μα τ’ όνειρο φερμάρει,
σαν θυμηθώ τα μάτια σου κι η δίνη μου καργάρει.

.

Αγκοίνη στο κατάρτι μου κι ο βένθος της θαλάσσης,
στην μπεζαβόλτα μου ‘φερε το χνάρι της αγκάλης.
Στην ξανεμιά σαλπάρισα μ’ εσένα στο τιμόνι,
τ΄απάγκιο μου ενάλιο στου χρόνου το βελόνι.
.

Με το διγόφι κράτησα τα δυο μικρά κοχύλια,
να στα περάσω στο λαιμό να σου φιλώ τα χείλια.
Μ' αλάρμη σ' έρανα μεμιάς και μύρο της θαλάσσης,
να σε φυλούν οι ουρανοί κι οι Άγγελοι της πλάσης.
.

©Kalliopi Tsouchlis




1


Πορτολάνα
.
Δύο θύμησες μονάχη μου τις γράφω στην γαζέτα,
για φυλαχτό μου τις κρατώ στην αδειανή κουκέτα,
πριν διπλαρώσω τ' όνειρο και στον ιστό μποτζάρω,
να σε κρατώ στα σπλάχνα μου,την νύχτα ν' αγαντάρω.

.
Σκούρο το κανοκιάλι μου κι η Θάλασσα αδειανή,
τους ουρανούς καπέλωσα με χάντρα γαλανή,
μες στην μανούβρα μάτισα δύο κόμπους να κρατώ,
μαρέβια βάφει το σκαρί κι εγώ μονάχη περπατώ.
.
Πανιόλο στην παράλλαξη με τον βοριά σε ψάχνω,
το πισανέλλο τ' άναψα κι άλλο να μην σε χάνω,
στην πορτολάνα γύρισα λιμάνια να σε βρω,
να ξαποστάσω την καρδιά με τον δικό Σταυρό.
.

©Kalliopi Tsouchlis






1
Αντιμόνη

.

Στην αντιμόνη το κρατάς κι αποσπερίς πλανάσαι,
με το γαρλίνο σου γλιστράει κι άγκυρα να θυμάσαι.
Με τον εξάντα κι αν μετράς των οριζόντων σώμα,
μονάχος σου περπάτησες στης ξενιτιάς το χώμα.


.

Στο κοτσανέλο ρίζωσες τα μελισσιά σου μάτια,
να τα φυλάει μια θάλασσα με τα λευκά της γάντια,
κι από τα ρέλια κρέμασες μιλιές σαν αναμνήσεις,
με το σταβέντο φόρεσες τον κάβο για να λύσεις.


.

Κροσάρισες το πέλαγο και κόντρα στην μαρέα,
στα κύματα ξεστράτισες με μια μικρή γαλέρα.
Ο μπούσουλας νετάρισε κι οι μοίρες αλωνίζουν,
πορείες που εχάραξες, την πλώρη σου σκονίζουν.


.

©Kalliopi Tsouchlis






Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018


1

Τεσσαροχάλι


Αμπαριτζής στα πέλαγα, κρατά την ανιζέτα,
ως αποσπόρι τ’ ουρανού μιλεί στην οπερέτα,
βερίνα που την δίπλωσε μια νύχτα με φεγγάρι,
καβίλια που την πέρασε στου Μπέη το λυχνάρι.


Στην κουπαστή μαγκάρισε το λυκαυγές να δει,
στην μπόμπα που τον κράτησε σαν ήτανε παιδί.
Σινιάλο παίζει στο φανό ν’ αμοληθούν τ’ αστέρια,
θολό το φως στη θάλασσα μήτε κι ελπίδα πλέρια.


Τα σήμαντρα χτυπήσανε κι η Θάλασσα αφρίζει,
στα βάθη και στα πέλαγα ο φόβος πλημυρίζει,
μάνα δεν έχει για να δει, κραυγή για να ξεσπάσει,
τον πόνο του να μοιραστεί, μουράγιο ν’ απαγκιάσει.

©Kalliopi Tsouchlis












Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2018


1

Κόντρα

Με του καιρού την κόντρα κοιτάζω το φουγάρο,
ζυγίζω τον αυγερινό και με τον νου σαλπάρω.
Μια νύχτα στην παράλλαξη μετράω με τον φάρο,
τους μήνες που περνούν για να ‘ρθω να σε πάρω.

Ισοβαθής στον χάρτη μου τρενάρει κι ο κουμπάσος,
σε καρτερώ, σε νείρομαι, μα με κρατά ο άσσος.
Βασιλικό που φύτεψα να μου κρατάει παρέα,
στα δεξιά της γέφυρας στου χρόνου την μαρέα.

Η λαμαρίνα δεν λυγάει στο βήμα της προπέλας,
κι είναι βαριά τα σίδερα στης ξενιτιάς το Σέλας.
Κι είμαι κι εγώ κατάπλωρα κι οπού μετρώ τα μήκη,
τα μάτια σου λογίζομαι κι εκείνο τ’ αλμυρίκι.

Ο δορυφόρος λύγισε και σήμα δεν μου δίνει,
σε νοσταλγώ και η πληγή με ντύνει και με γδύνει.
Κι απόψε κόντρα θα σταθώ και δάκρυ δεν θα πάρεις,
εσύ κακούργα ξενιτιά μονάχη που μπαρκάρεις.


©Kalliopi Tsouchlis